Η Κοντοβάζαινα είναι ορεινό κεφαλοχώρι του νομού Αρκαδίας που βρίσκεται στα βορειοδυτικά του νομού, στην επαρχία Γορτυνίας και στα όρια με Ηλεία και Αχαϊα, σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρων στις πλαγιές του Αφροδίσιου όρους. Παλιότερα έδρα ομώνυμου δήμου, η Κοντοβάζαινα αποτελούσε για πολλά χρόνια τοπικό εμπορικό και κοινωνικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Στην απογραφή του 2011 είχε πληθυσμό 386 κατοίκων, κατά δική μου εκτίμηση στη σημερινή εποχή ο αριθμός πρέπει να έχει μειωθεί γύρω στους 200.
Πλησίον της Κοντοβάζαινας, στην πλαγιά του Αφροδισίου όρου υπάρχουν επείπια του αρχαίου ιερού της Αφροδίτης Ερικύνης, που κατά την αρχαιότητα υπήρξε σημαντικό κέντρο λατρείας καθώς και μαντείο της περιοχής.


Είναι χαρακτηρισμένη ως παραδοσιακός οικισμός, με πολλές βρύσες, πέτρινα γεφύρια και πλατάνια. Αποτελείται απο τέσσερις συνοικίες κτισμένες γύρω απο μία μικρή κοιλάδα που διαρρέεται απο παραπόταμο του Ερύμανθου με νερό όλο τον χρόνο. Η κύρια συνοικία είναι στα δυτικά του ποταμού όπου ο κεντρικός ναός του Αγ. Νικολάου και όσες υπηρεσίες έχουν απομείνει, ενώ άλλες δύο συνοικίες είναι παραδόξως αρκετά απομακρυσμένες απο την κύρια συνοικία. Πλέον λειτουργούν μόνο το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο, ΕΛΤΑ, δύο μπακάλικα, δύο καφενεία και ΚΕΠ, όμως, τουλάχιστον η Κοντοβάζαινα είναι “ζωντανό χωριό” σε αντίθεση με τα περισσότερα χωριά του Αφροδίσιου όρους και κατ’επέκταση της ορεινής Ελλάδας.


Η κοιλάδα στην οποία βρίσκεται το χωριό είναι περιορισμένης έκτασης αλλά εξαιρετικά εύφορη και διαρέεται απο νερά ενώ επάνω στο Αφροδίσιο βρίσκονται αρκετά λιβάδια και γύρω απο το χωριό άλλες εκτάσεις. Η οικονομία βασίζεται αποκλειστικά στην κτηνοτροφία ενώ οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κυρίως ζωοτροφών. Κατά την επίσκεψη μου διέκρινα χωράφια σπαρμένα με καλαμπόκι ακόμη αμάζευτο. Παλιότερα αρκετοί κάτοικοι ήταν έμποροι στην Πάτρα, την Ζάκυνθο και την Πύργο ενώ ανεπτυγμένη υπήρξε η σηροτροφία και η ύφανση κιλιμιών και σκεπασμάτων.


Αρχιτεκτονικά το χωριό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Απο άποψη ύφους ανήκει καθαρά στην παραδοσιακή Αρκαδική -Λαγκαδινή- αρχιτεκτονική ο οικισμός. Όλα τα κτίρια είναι πέτρινα με ξύλινες σκεπές, κουφώματα, πατώματα κλπ ενώ παρότι όλες οι σκεπές είναι σήμερα καλυμμένες με κεραμίδια πρέπει παλιότερα να είχαν σχιστολιθικές πλάκες κρίνοντας απο μερικά ερείπια και την γενικότερη γεωλογία του Αφροδισίου όρους (π.χ. το Δεχούνι, το παλιό Σκούπι και το Βεσίνι που βρίσκονται απο την βορεινή πλευρά του όρους όλα τα σπίτια έχουν πλάκες).


Ο δρόμος στην κεντρική συνοικία πλάι στο ποτάμι κοσμείται απο μία σειρά καλαίσθητων εμπορικών κτιρίων με νεοκλασσικές επιρροές. Στον οικισμό βρίσκονται διασκορπισμένα πολλά αρχοντικά τριώροφα, τα περισσότερα παρατημένα αλλά και μερικά κατοικημένα ή συντηρημένα, δείγματα σπουδαίας ακμής στο παρελθόν. Οι εκκλησίες εξίσου εντυπωσιακές και καλοφτιαγμένες με τον Άγιο Νικόλαο να είναι επενδυμένος με μάρμαρο στην πρόσοψη. Η Κοντοβάζαινα, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι απο τους πιο ωραίους και καλαίσθητους οικισμούς της Αρκαδίας -και κατ’επέκταση της χώρας- με ελάχιστα καινούργια ακαλαίσθητα κτίσματα, όμως πάσχει, δυστυχώς, από μεγάλη εγκατάλειψη. Η αστυφιλία και η μετανάστευση έχουν δώσει τη χαριστική βολή σε ένα χωριό που κάποτε ήκμασε τόσο εμπορικά όσο και διοικητικά. Ευχή και επιθυμίας μας είναι στο άμεσο μέλλον η Κοντοβάζαινα να αποκτήσει και πάλι κατοίκους και οικονομική και πνευματική ζωή.





