Βαρδούσια, Αρτοτίνα, Πενταγιού, Μόρνος

Υπάρχουν μερικοί τόποι που μας είναι απολύτως άγνωστοι, μακριά απ’όλα και άδειοι από ανθρώπους. Αυτοί οι τόποι όμως κουβαλάνε πάνω τους μία προαιώνια ομορφιά και ενέργεια που σαγηνεύει τους εραστές του ταξιδιού, της αισθητικής. Ένας τέτοιος τόπος είναι τα Δυτικά Βαρδούσια, και ειδικότερα τα χωριά που βρίσκονται εκατέρωθεν της δημοσιάς που συνδέει το φράγμα της λίμνης Μόρνου με την Γραμμένη Οξιά και την Φθιώτιδα. Τα σημαντικότερα και αξιολογότερα απ’αυτά τα χωριά είναι η Αρτοτίνα και η Πενταγιού.

Στην αρχή αυτής της διαδρομής συνήθως βρίσκεται το κεφαλοχώρι του Λιδωρικίου. Ενώ η ορεινή Φωκίδα και τα Βαρδούσια κτυπήθηκαν ανελέητα από την αστυφιλία μεταπολεμικά το Λιδωρίκι κατάφερε να διατηρήσει ως έναν βαθμό τον πληθυσμό του και τις υπηρεσίες του. Κτισμένο στις πλαγιές της Γκιόνας παλιότερα επόπτευε από ψηλά την εύφορη κοιλάδα του Μόρνου. Με την κατασκευή του φράγματος έγινε παραλίμνιο χωριό, αν και, όπως συμβαίνει συνήθως με τις τεχνητές λίμνες, μοιάζει αποσυνδεδεμένο από την λίμνη. Η Γκιόνα στην δυτική της πλευρά είναι ξερή, πετρώδης αλλά μεγαλοπρεπής. Το Λιδωρίκι είναι ένας μάλλον αδιάφορος οικισμός για τον επισκέπτη. Έχει διατηρήσει την αυστηρή και λιτή όψη των Ρουμελιώτικων οικισμών, αλλά δεν έχει αρχιτεκτονική καθαρότητα και ως ζωντανός οικισμός έχουν γίνει πολλές αυθαιρεσίες. Ακόμη και έτσι είναι ουσιαστικά η βάση για κάθε σοβαρή απόπειρα εξερεύνησης της Δυτικής Φωκίδας, και αν μη τι άλλο έχει κατοίκους και συνεπώς παράδοση.

Ο τόπος γύρω από το χωριό είναι ξερός και άγονος, σε αντίθεση μ’ότι θα περίμενε κανείς από μίας περιοχή με νερό. Το χωριό είναι ακόμη κτηνοτροφικό και τα χιλιάδες ζώα που βόσκουν τριγύρω δεν αφήνουν περιθώριο στην έτσι και αλλιώς λιτή φυσική βλάστηση ν’αναπτυχθεί. Οι πηγές είναι λίγες και τα διάσπαρτα πουρναροδάση, μαδημένα από τα κατσίκια, συνθέτουν την μοναδική πηγή πρασίνου. Μόνο πολύ ψηλά στην Γκιόνα βρίσκει κανείς έλατα και πεύκα, πραγματικά δάση. Το καλοκαίρι η ζέστη μπορεί πολύ συχνά να γίνει αφόρητη σ’αυτό τον τόπο, αλλά και το κρύο τον χειμώνα είναι τσουχτερό. Δύσκολος τόπος, και σίγουρα όχι το στερεοτυπικό πράσινο και δροσερό βουνό που θα περίμενε κανείς. Οι κάτοικοι όμως έχουν προσαρμοστεί σ’αυτό το ιδιότυπο τοπίο και κλίμα, και στην μοναξιά του τόπου. Σαράντα επτά χιλιόμετρα από την Άμφισσα, εβδομήντα πέντε από την Ναύπακτο! Αν δεν ήταν οι δουλειές του φράγματος και των φυλακών του Μαλανδρίνου ο τόπος θα είχε ερημώσει προ πολλού. Η λίμνη κατάπιε τα περισσότερα χωράφια και άφησε μόνο έναν απελπιστικά μίζερο και ξερό κάμπο στα νότια που να επιτρέπει την καλλιέργεια. Χωρίς τα αρδευτικά έργα που υποσχέθηκε η ΕΥΔΑΠ πριν δεκαετίες δεν πρόκειται ποτέ να παράξει πραγματικό εισόδημα. Πτωχός λοιπόν τόπος, αλλά τουλάχιστον ζωντανός και αυθεντικός.

Από το Λιδωρίκι ο ταξιδιώτης μπορεί να επιλέξει δύο δρόμους για να κατευθυνθεί προς τα Δυτικά Βαρδούσια, και οι δύο ακολουθούν την λίμνη. Είτε θα πάρει τον βόρειο περιμετρικό δρόμο της λίμνης, είτε τον νότιο. Και οι δύο δρόμοι έχουν το ίδιο μήκος: 33 χιλιόμετρα περίπλους της λίμνης για να φτάσει κανείς στο χωριό Κόκκινο, όπου ξεκινάει η ανάβαση στα Δυτικά Βαρδούσια. Η απόσταση είναι πράγματι εντυπωσιακή αν σκεφτεί κανείς ότι σε ευθεία γραμμή το Λιδωρίκι με το Κόκκινο απέχουν μόλις 7,5 χιλιόμετρα! Η λίμνη Μόρνου μοιάζει μ’ένα μεγάλο Χ στον χάρτη, με αποτέλεσμα τα χωριά δυτικά της λίμνης να είναι διπλά απομονωμένα αφού και μακριά από τις πόλεις είναι αλλά και μακριά από το Λιδωρίκι, το κεφαλοχώρι. Η ΕΥΔΑΠ είχε υποσχεθεί στους κατοίκους ότι θα έφτιαχνε μία γέφυρα που θα ένωνε την βόρεια με την νότια ακτή στο κέντρο του Χ και θα συντόμευε τις αποστάσεις κατά το ήμισυ, αλλά δεν το έχει πράξει ακόμη. Ο περίπλους της λίμνης είναι μία μάλλον μοναχική και εξαιρετικά μονότονη υπόθεση. Τριάντα τρία χιλιόμετρα όπου δεν συναντάει κανείς ούτε αμάξι, ούτε άνθρωπο ούτε σημάδι πολιτισμού. Από την μία πλευρά τα νερά της λίμνης, από την άλλη οι απότομες πλαγιές του βουνού -η μοναδική ανάσα από την μονοτονία είναι τα πλατανοσκέπαστα ρέματα που εμφανίζονται κατά μήκος της διαδρομής και χύνονται στην λίμνη. Όσο πηγαίνει κανείς προς την Δύση τόσο αυξάνονται το ύψος και η πυκνότητα της βλάστησης, τόσο ηρεμεί το άγριο τοπίο. Οι στροφές είναι πολλές, ατελείωτες, η επικινδυνότητα μεγάλη. Οδηγώντας πλάι στην λίμνη ένιωσα σαν να πήγαινα όλο και πιο κοντά στην τρέλα, στην αποσύνδεση από κάθε πραγματικότητα και στην είσοδο σε μία παράλληλη διάσταση όπου υπάρχουν μόνο το νερό, ο ουρανός και οι γκρεμοί. Είναι δύσκολο να εξηγήσω επακριβώς την εμπειρία παρά λέγοντας ότι είναι αυτό που αποκαλούν οι Αγγλόφωνοι «liminal».

Κοντά στο χωριό Κόκκινο βρίσκει κανείς τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στην Αρτοτίνα, στα Δυτικά Βαρδούσια. Εδώ αρχίζουν οι δρύες, τα πλατάνια, η πλούσια βλάστηση. Η πέτρα αφήνει χώρο στο χώμα. Τα Δυτικά Βαρδούσια είναι βουνά με ήπια σχετικά κλίση, τα οποία αγναντεύουν το κύριο συγκρότημα των Βαρδουσίων στα ανατολικά. Μετά το Κόκκινο βρίσκεται η Πενταγιού, ίσως το καλύτερα διατηρημένο χωριό της Δυτικής Φωκίδας. Είναι μέσα σ’ένα κατάφυτο περιβάλλον με πραγματικά υπέροχη θέα προς τις κορυφές των Βαρδουσίων. Αρχιτεκτονικά έχει διατηρήσει σ’έναν ικανοποιητική βαθμό την Ρουμελιώτικη αρχιτεκτονική του: πετρόκτιστα κτίρια, ξύλινα μπαλκόνια και οροφές που προεκτείνονται για να προστατέψουν τα σπίτια από τους συχνούς χιονιάδες. Στην πλατεία του χωριού δεσπόζει ένα επιβλητικό αρχοντικό από πελεκητή πέτρα που ισχυρίζονται οι ντόπιοι ότι λειτουργεί ως ξενώνας. Η εγκατάλειψη δυστυχώς είναι μεγάλη, ο σεβασμός προς την αρχιτεκτονική παράδοση όχι και τόσο αλλά όπως και να’χει το χωριό είναι πραγματικά όμορφο. Εξάλλου από εδώ προέρχεται η θρυλική Μαρία Πενταγιώτισσα που λίγο μετά την Απελευθέρωση έκανε την μισή Φωκίδα να σφαχτεί για χάρη της. Μία ωραία Πενταγιώτισσα και μία ωραία Πενταγιού!

Συνεχίζοντας, τα χιλιόμετρα μέχρι την Αρτοτίνα, το έτερο παλιό κεφαλοχώρι της περιοχής, είναι πολλά αλλά τουλάχιστον όχι μονότονα όπως στην λίμνη. Δεξιά και αριστερά στην δημοσιά ξεπροβάλλουν δρόμοι και πινακίδες προς χωριά εγκαταλελειμμένα και μάλλον άσημα: Ψηλό Χωριό, Τρίστενο, Διχώρι, Κερασιές, Κριάτσι. Μικρά χωριά που ζούσαν παλιά από την κτηνοτροφία, πλέον είναι είτε εγκαταλελειμμένα είτε κατοικούνται από ελάχιστους ηλικιωμένους που ακόμη ζουν στον περασμένο αιώνα. Από τα χωριά αυτά το πιο αξιόλογο είναι το Διχώρι που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το κύριο σύμπλεγμα κορυφών των Βαρδουσιών, και στην αρχή μίας κοιλάδας που καταλήγει στην λίμνη. Αναλογιζόμενος την απομόνωση των χωριών αυτών, όπως και την έλλειψη σημαντικών αξιοθέατων, παρά την συγκλονιστική ομορφιά του τοπίου και των οικισμών, φαίνεται δύσκολο πώς θα μπορούσε η περιοχή να παραμείνει κατοικημένη. Ίσως η λύση θα βρισκόταν στην κατασκευή χιονοδρομικού κέντρου στα Βαρδούσια, ακριβή μεν πρόταση αλλά που θα αναζωογονούσε όλη την Φωκίδα, αρκεί φυσικά να γινόταν με σοβαρό τρόπο. Αλλιώς δύσκολα θα εισχωρήσει εδώ ο τουρισμός, και ο τουρισμός είναι η μόνη δραστηριότητα που μπορεί να αναπτυχθεί.

Η Αρτοτίνα είναι το τελευταίο χωριό, αλλά και το πιο όμορφο και ιδιαίτερο. Κτισμένη στα 1.100 μέτρα αγναντεύει με περηφάνια τις ψηλές κορφές των Βαρδουσίων από την μία, και την κοιλάδα του Ευήνου από την άλλη. Τα Βαρδούσια ίσως έχουν από τις ομορφότερες κορυφές της χώρας, και από την vista τους στην Αρτοτίνα δεν χορταίνεις ποτέ να τις κοιτάζεις. Στην Αρτοτίνα το γρασίδι ποτέ δεν χρυσαφίζει, παραμένοντας πάντοτε πράσινο και δροσερό, και οι θερμοκρασίες δεν γίνονται ποτέ ανυπόφορες το καλοκαίρι. Τι μεγάλη διαφορά από το Λιδωρίκι! Παλιό κεφαλοχώρι τσελιγκάδων, η Αρτοτίνα είχε κάποτε 2.000 κατοίκους και 40.000 ζώα. Τώρα έχει 20 κατοίκους, και είναι ζήτημα αν έχει 40 ζώα. Ως χωριό είναι πιο γνωστή γιατί είναι η πατρίδα του Αθανάσιου Διάκου, του οποίου ο πατέρας καταγόταν από εδώ και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής ηλικίας του στο χωριό. Η Αρτοτίνα βρίσκεται σε μία μακροπρόθεσμη διαμάχη για την πατρότητα του Αθανάσιου Διάκου με την Άνω Μουσμουνίτσα που βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές των Βαρδουσίων. Φαίνεται ότι ο Διάκος γεννήθηκε στην Μουσμουνίτσα, αλλά δεν έζησε καθόλου εκεί. Όπως και να’χει η Αρτοτίνα έβγαλε και άλλους αγωνιστές όπως ο Καπετάν Κόρακας, ο Ανδρίτσος Σαφακάς και ο Λουκάς Καλιακούδας.

Το χωριό είναι αρκετά αραιά δομημένο κατά την συνήθεια των πολύ ορεινών οικισμών και διαιρείται σε διάφορες συνοικίες. Επίκεντρο είναι η μεγάλη πλατεία όπου δεσπόζουν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και η προτομή του Αθανάσιου Διάκου. Είναι θαρρώ από τις ομορφότερες πλατείες σε Ελληνικό χωριό εξαιτίας της προνομιακής θέας που απολαμβάνει στις κορυφές των Βαρδουσίων. Σημαντικό αξιοθέατο του χωριού είναι το ανακαινισμένο αρχοντικό του Σαφακά. Ένα όμορφο κτίριο από καλοπελεκημένη κιτρινωπή πέτρα. Το υπόλοιπο χωριό αποτελείται από κυρίως παραδοσιακά σπίτια σε διαφορετικά επίπεδα διατήρησης. Δεν μπορώ να πω ωστόσο ότι για τον επισκέπτη παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον, ιδίως από την στιγμή που ακόμη και το καλοκαίρι είναι απίθανη μία συνάντηση με άλλους ανθρώπους. Εν τούτοις δεν είναι δύσκολο να οραματιστεί κανείς την αναβίωση του χωριού. Τα δάση που περιβάλλουν το χωριό, η θέα προς την επιβλητική κορυφή των Βαρδουσίων στα 2.495 μέτρα, η ηρεμία και η καθαρότητα του τόπου είναι στοιχεία μοναδικά που μπορούν να προσελκύσουν τουρίστες και κατοίκους -εφόσον βρεθούν επενδυτές και βελτιωθεί η πρόσβαση προς τον έξω κόσμο. Μέχρι τότε η Αρτοτίνα θα είναι ένα μικρό μυστικό για τους μυημένους και πραγματικούς ταξιδιώτες. Πολλοί ταξιδεύουν πλέον, αλλά λίγοι είναι ταξιδιώτες.

Μερικά χιλιόμετρα στα βόρεια, στον δρόμο για την Γραμμένη Οξυά, βρίσκεται μέσα στο δάσος χωμένη η Μονή του Άη-Γιάννη όπου λέγεται ότι μόνασε ο Αθανάσιος Διάκος πριν γίνει αγωνιστής. Η μονή είναι έρημη αλλά αναπάντεχα καλοδιατηρημένη. Έχει κρατήσει ακόμη και την τόσο σπάνια στις μέρες μας σκεπή από πλάκες. Το κελί του σώζεται ακόμη, ένα λιτό αλλά όμορφο κτίριο από πωρόλιθο. Στην Μονή τελείωσε η περιήγηση μου στα Δυτικά Βαρδούσια, μέσα στην κοιλάδα του Ευήνου. Η ηρεμία με περιτριγύρισε, βρήκα γαλήνη ανάμεσα σε πλατάνια, δρύες και πεύκα. Δεν μου ήταν δύσκολο να φανταστώ πώς αυτός ο τόπος μπόρεσε να βγάλει τον σπουδαιότερο τύπο αντρών, τόσο δυσεύρετο στις μέρες μας, αυτόν του αγωνιστή και ηγέτη. Σπανίως θα βρει κάποιος έναν μεγάλο άντρα που να έχει μεγαλώσει ανάμεσα στις εύκολες απολαύσεις των μεγάλων πόλεων, να έχει ανδρωθεί στα ασήμαντα και άσκοπα γκαλά των υψηλότερων τάξεων και να γνωρίζει αντί για την πειθαρχία, την πίστη και την προσφορά, την διασκέδαση, το υπαρξιακό αυτό ennui. Οι πραγματικοί μεγάλοι άνδρες είναι αγωνιστές, που ακόμη και αν γεννηθούν σε σαλόνια φροντίζουν για την παιδεία τους να μάθουν την μυρωδιά του βούρκου. Και τι μεγαλύτερο πανεπιστήμιο για τον άντρα απ’ ότι ο πόλεμος; Εκεί δεν υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, χρήματα, προνόμια και τα συναφή, παρά μόνο η αλήθεια του χαρακτήρα, του θάρρους, της πίστης, της τιμής και της τυχαιότητας. Στον πόλεμο μαθαίνει κανείς να εκτιμάει όσα είναι πραγματικά στην ζωή, και να μισεί όσα είναι ψεύτικα. Αλλά μαθαίνει και την δύναμη της ταπεινότητας και της αρχοντιάς. Ο Διάκος νωρίς εγνώρισε τον κόσμο αυτό, πολέμησε σκληρά για την Ορθοδοξία και την Ρωμιοσύνη, και αν πέθανε νέος τουλάχιστον πέθανε με τιμή και δόξα, για έναν ανώτερο σκοπό, και γι’αυτό εμείς θα τον τιμάμε για πάντα. Τιμή, λέξη τόσο άγνωστη στις μέρες μας αλλά που σημαίνει τόσα!

Σε πολύ κόσμο μπορεί οι περιπλανήσεις αυτές  να φαίνονται άσκοπες. Ούτε πεζοπορία, ούτε ορειβασία, ούτε μπάνιο, ούτε γκλαμουράτες φωτογραφίες για το Instagram. Μόνο έρημα δάση, εγκαταλελειμμένα βουνά και νεκρά χωριά. Και όμως ο λόγος που επισκέπτομαι χωριά, που διατηρώ αυτή την ιστοσελίδα και γράφω γι’ αυτά τα πράγματα είναι γιατί τα χωριά αυτά είναι κάψουλες μέσα στον χρόνο. Σαν το ταξίδι μέσα στο χρόνο, μας επιτρέπουν να δούμε πώς ήταν τα πράγματα πριν την βάρβαρη έλευση του μοντερνισμού και πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά, αν τον είχαμε τιθασεύσει αντί να του δώσουμε τα πάντα. Ακόμη οι μεγάλες προσωπικότητες που έζησαν και έδρασαν σε πολλά απ’ αυτά μας εμψυχώνουν, μας δίνουν μία ιδεατή διέξοδο από την μίζερη, ποταπή, μαζικά ισοπεδωτική σύγχρονη πραγματικότητα και μας επιτρέπουν να συναισθανθούμε τι σημαίνουν ο ηρωισμός, η φιλοπατρία και η αφοσίωση σ’έναν ανώτερο σκοπό. Στην εποχή της ηθικής και πνευματικής εξαθλίωσης είναι οάσεις. Τα χωριά αντιπροσωπεύουν την ελπίδα ότι αν γυρίσουμε σ ’αυτά, αν γυρίσουμε στην τάξη και στην αρετή και στραφούμε κατά του χάους και της κακίας, τότε τα πράγματα θα φτιάξουν, θα ξαναγίνουμε άνθρωποι από αγρίμια που είμαστε και θα ξαναφτιάξουμε ανώτερο πολιτισμό.

Αυτές ήταν οι σκέψεις μου όταν είδα τον ήλιο σιγά σιγά να χάνεται πίσω από τα βουνά της απέναντι Φθιώτιδας, και κατηφόρισα ως τον Εύηνο για να δω το νερό που κυλούσε. Τα Δυτικά Βαρδούσια δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν στον τουρίστα, δεν είναι για τους ελαφρόμυαλους και τους ελαφρόκαρδους. Αλλά είναι από τα μέρη στον κόσμο που όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο τα εκτιμάς γιατί είναι απροσποίητα, αυθεντικά και όμορφα. Θα επιστρέψω.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *