Λεωνίδιο (Αγιελήδι)

Το Λεωνίδιο είναι πεδινή κωμόπολη της Αρκαδίας κτισμένο στις νότιες παρυφές του νομού, στην επαρχία Κυνουρίας, και αποτελεί τμήμα της Τσακωνίας. Απέχει μόλις 3,5 χιλιόμετρα απο την θάλασσα όπου βρίσκεται το επίνειο του, η Πλάκα. Η κωμόπολη διαιρείται στα δύο απο τον Δάφνο ποταμό ο οποίος και δημιουργεί έναν πολύ εύφορο αλλά μικρό κάμπο μπροστά της. Χαρακτηριστικό είναι πως παρά το πεδινό της υψόμετρο βρίσκεται σε μία ιδιαίτερα επιβλητική τοποθεσία μέσα στην αρχή ενός φαραγγιού και περιβάλλεται απο ψηλούς κόκκινους βράχους. Το 2011 είχε 3.761 κατοίκους, αριθμός που έχει ελάχιστα αλλάξει τους τελευταίους δύο αιώνες.

Το Λεωνίδι απο τον δρόμο για τα Τσιτάλια
Θέα απο το Λεωνίδι προς τον κάμπο
Άποψη του ποταμού Δαφνώντα απο το Κοίλασο

Το Λεωνίδιο φημίζεται για την παραγωγή του κηπευτικών, ιδίως της Τσακώνικης μελιτζάνας, ποικιλίας με προέλευση απο την περιοχή που πλέον καλλιέργειται σε όλη την χώρα. Ο μικρός του κάμπος έχει επίσης αρκετά εσπεριδοειδή και ελιές. Στις κορυφές των βράχων που το περιβάλλουν απλώνονται μεγάλα άνυδρα και πετρώδη οροπέδια που εν μέρει ανήκουν στα χωριά αυτών των οροπεδίων και εν μέρη στο Λεωνίδιο. Αυτά τα οροπέδια, ιδίως προς την πλευρά του Λεωνιδίου είναι κατάλληλα μόνο για βοσκή αν και δεν αμφιβάλω πως σε παλιότερες εποχές θα σπερνόντουσαν αφού ο μικρός κάμπος δεν στέκεται ικανός να θρέψει όλη την περιοχή.

Ιστορία

Το Λεωνίδιο υπήρχε ήδη απο τα προεπαναστατικά χρόνια ως ένα απο τα χειμαδιά των Πραστιωτών1 με παλιότερο σωζόμενο κτίσμα τον Πύργο του Σκαρμούνη-Νούφρη που πρέπει να ανάγεται στα μέσα του 18ου αιώνα. Στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν την Επανάσταση, ο οικισμός είχε πια πάρει τα πάνω του με τέσσερα σπουδαία αρχοντικά να μαρτυρούν την οικονομική ευμάρεια του οικισμού (αδιαμφισβήτητα χάρη στην ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου με τις γειτονικές Σπέτσες). Τα τρία αυτά αρχοντικά είναι του Τσικαλιώτη (1808), Κατσικογιάννη (1807) και Πολυτίμου (1816) και αποτελούν όλα μαζί απο τα ελάχιστα προεπαναστατικά κτίρια -δη αρχοντικά- που επέζησαν απο τις θυριωδίες του Ιμπραήμ κατά τα χρόνια της επανάστασης.

Το Αρχοντικό Χιώτη (δεύτερο μισό 19ου αιώνα), πλέον Ξενοδοχείο
Η βοτσαλωτή αυλή

Με το κάψιμο του Πραστού το 1825 απο τους Αιγύπτιους οι περισσότεροι του κάτοικοι κατέφυγαν στο Λεωνίδιο, και μετεπαναστατικά οι Βαυαροί ενθάρρυναν αυτή την μετακίνηση με την βιαίη διάλυση του δήμου Πραστού και την δημιουργία νέου δήμου με έδρα το Λεωνίδιο. Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, και ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό, το Λεωνίδιο έγινε η πρωτεύουσα της Κυνουρίας και σημείωσε σημαντική οικονομική, οικιστική και πολιτισμική ανάπτυξη. Κατά την περίοδο αυτή συστηματοποιήθηκε η γεωργία με την ανάτπυξη της καλλιέργειας κηπευτικών και την εξαγωγή τους στην Αθήνα ενώ πολλοί Λεωνιδιώτες έγιναν έμποροι και καραβοκύρηδες ή ξενιτεύτηκαν στην Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και σε πόλεις των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας επενδύοντας στην πατρίδα τους όταν επέστρεφαν.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο παρότι όλα τα χωριά της ορεινής Τσακωνίας ερήμωσαν τελείως το Λεωνίδιο δεν έχασε πληθυσμό γιατί στάθηκε κέντρο της περιοχής. Η καλλιέργεια της μελιτζάνας έπαιξε εδώ καθοριστικό ρόλο στην εποχή της εμπορική γεωργίας όμως ο ναυτικός χαρακτήρας του οικισμού δυστυχώς χάθηκε. Το Λεωνίδιο κατάφερε να διατηρηθεί σχεδόν άριστα (πράγματι είναι απο τους πιο καλοδιατηρημένους οικισμούς της χώρας) χάρη στις προσπάθειες του Δημάρχου επι εικοσαετίας (1960-1978) Στυλιανού Μερικάκη2 ο οποίος πηγαίνοντας κόντρα στο ισοπεδωτικό πνεύμα της αντιπαροχής κατάφερε να ανακυρυχτεί ο οικισμός παραδοσιακός ενώ επίσης συνέβαλε ταμάλα στην ανάπτυξη της περιοχής με την κατασκευή αρδευτικού και υδρευτικού δικτύου, με την κατασκευή του δρόμου προς το Άστρος και με την δημιουργία του Κέντρου Υγείας. Σημαντικότερο ίσως επίτευγμα ήταν η ίδρυση του Αρχείου της Τσακωνιάς που συνέβαλε ταμάλα στην διασώση και διαίωνιση της Τσακώνικης γλώσσας και παράδοσης με πνεύμα όχι λαογραφικό ή τουριστικό αλλά ζωντανό.

Σπάνιο δειγμα ογκώδους τετραγωνισμένου σπιτιού
Πεζούλες με ελιές στα όρια του οικισμού με τον Βράχο

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα ο τουρισμός: παραθεριστικός αλλά και αναρηχιτικός. Ωστόσο ελπίζω πως το “εύκολο χρήμα” δεν θα παρασύρει τους Λεωνίδιωτες στις ίδιες παγίδες που παρέσυραν άλλες ιστορικές και καλα διατηρημένες πολίχνες (όπως οι γειτονικές Σπέτσες) αλλά θα αποτελέσει μόνο ένα συμπληρωματικό εισόδημα και πως η γεωργία θα παραμείνει ζωντανή και ανθούσα και θα αναπτυχθούν νέες παραγωγικές μονάδες έτσι ώστε το Λεωνίδιο να συνεχίσει να κατοικείται, να διατηρήτε και γιατί όχι να ζήσει μια καινούργια ακμή;

Αρχιτεκτονική

Το Λεωνίδιο είναι ένας απο τους σπουδαιότερους αρχιτεκτονικά της χώρας, και ένας απο τους καλύτερα διατηρημένους. Στην δε Πελοπόννησο σε αίγλη και μεγαλοπρέπεια ανταγωνίζεται μόνο το κοντινό Γεράκι και τους ορεινούς οικισμούς της Δημητσάνας, των Λαγκαδίων και της Στεμνίτσας. Αν ο Πραστός υπήρξε απο τα λαμπρότερα ελευθερωχώρια τότε το Λεωνίδι είναι άξιος συνεχιστής του. Παραδοσιακά το χωριό διαιρείται σε τρείς συνοικίες:

  • α. Συνοικία της Στάη, βόρεια του ποταμού, με έδρα την εκκλησία της Ευαγγελίστρας (19ος αιώνας) που είναι η μητρόπολη.
  • β. Συνοικία του Σίο, βόρεια του ποταμού, με έδρα την εκκλησία του Ιωάννη του Προδρόμου (20ος αιώνας).
  • γ. Συνοικία του Κοίλασο, νότια του ποταμού, με έδρα την εκκλησία των Τριών Ιεραρχών (19ος αιώνας).
Εκκλησία των Τριών Ιεραρχών στο Κοίλασο

Εκτός αυτών των ναών ενοριακές εκκλησίες είναι και της Αγίας Αικατερίνης (19ος αιώνας) και της Αγίας Κυριακής (18ος αιώνας). Η Αγία Κυριακή είναι η αρχαιότερη εκκλησία του χωριού και πρώην μητρόπολη. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιγραφές διάφορων εποχών στην είσοδο που καταγράφουν την ιστορία της εκκλησίας (θέμα ιδιαίτερα διαδεδόμενο στο Λεωνίδιο) όπως και το περίτεχνο μαρμάρινο καμπαναριό. Η εκκλησία των Τριών Ιεραρχών έχει επίσης ένα ωραίο περίτεχνο καμπαναριό με καλοδιατηρημένη αυλή και κήπο ενώ ενδιαφέρον έχουν τα αγκωνάρια που έχουν ζωγραφιστεί για να παρομοιάζουν με μαρμάρινα.

Κλασσικό σπίτι σε σχήμα Γ με μικρή αυλή
Αρχοντικό στο Κοίλασο

Όπως ανέφερα και πριν τα τέσσερα αρχαιότερα σπίτια της κωμοπόλεως είναι ο Πύργος του Σκαρμούνη-Νούφρη (μέσα 18ου αιώνα), και τα αρχοντικά Τσικαλιώτη (1808), Κατσικογιάννη (1807) και Πολύτιμου (1816). Πάντως παρά αυτά τα σημαντικά κτίσματα η υπερπλειοψηφία των κτιρίων στον οικισμό ανάγονται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αφού ο Πραστός είχε πια αδειάσει και η ναυτιλία και η γεωργία είχαν αναπτυχτεί σε έναν επαρκή βαθμό. Στα περιθώρια του οικισμού υπάρχουν επίσης αρκετά σύγχρονα σπίτια τα οποία ωστόσο -παράδοξο για την Ελλάδα- σέβονται την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του οικισμού με μερικές βέβαια εξαιρέσεις (όπως είναι η είσοδος της πολίχνης).

Νεοκλασσικό κτίριου φαρμακείου
Άποψη του Κεντρικού Δρόμου

Τα σπίτια του Λεωνίδιου ακολουθούν σε γενικές γραμμές την ίδια φιλοσοφία που χαρακτήριζε τα αστικά σπίτια της ηπειρωτικής χώρας και ιδίως του Μορέα. Όλα τα σπίτια είναι διώροφα με αποθήκη στο ισόγειο, ή διώροφα με αποθήκη στο ισόγειο, ημιώροφο και όροφο. Περιβάλλονται απο ψηλούς μαντρότειχους και διαθέτουν αυλές, στις πιο πεδινές περιοχές σχετικά μεγάλες και στις πιο επικλινείς πιο μαζεμένες. Οι αυλές είναι φυτεμένες με οποροφόρα δέντρα με κυριάρχα τα εσπεριδοειδή, με λουλούδια και αρκετά διαθέτουν τον απαραίτητο λαχανόκηπο. Η είσοδο στην αυλή γίνεται απο περίτεχνη ξύλη πόρτα με πέτρινο καλοφτιαγμένο περιθώριο. Οι ξύλινες πόρτες συχνά βάφονται σε διάφορα έντονα χρώματα και κάνουν συνδυασμό σχημάτων δίνοντας μία ευχάριστη εικόνα.

Το ισόγειο όπως είπα είναι πάντα το κατώι, ο χώρος για τα ζώα, η αποθήκη και ο χώρος αποθήκευσης των τροφών. Στην σημερινή βέβαια εποχή τα περισσότερα κατώια έχουν μετατραπεί σε τμήμα του σπιτιού. Η είσοδο στο κυρίως σπίτια γίνεται με μεγάλη πέτρινη (πάντα εδώ) σκάλα που εδράζεται σε αψίδες χαρακτηριστικές της Κυνουρίας. Η σκάλα καταλήγει στο χαγιάτι η αλλιώς εδώ λιάκος, χώρος πλατύς μπροστά απο την πόρτα της εισόδου. Ο λιάκος είναι συνήθως σκεπασμένος με προέκταση της σκεπής, όχι πάντα όμως. Καλύπτεται απο καλοδουλεμένη ψευδοοροφή βαμένη με χρώματα ή στο χρώμα του ξύλου.

Άποψη του χαγιατιού και της αυλής
Δρόμος στο Κοίλασο

Απο πλευράς κάτοψης τα σπίτια παίρνουν μορφή Γ ή Ι με τις δύο να είναι εξίσου κοινές (αντίθετα πρέπει να επισημάνω πως στην προ-Νεοκλασσική Πελοπόννησο το Ι ήταν σαφώς πιο κοινό). Υπάρχουν επίσης και σπίτια τελείως τετράγονα απόρροια νεοκλασσικών επιρροών αλλά είναι λίγα. Εσωτερικά στα σπίτια με κάτοψη Ι βρίσκονται τρία δωμάτια όπως και σε όλα τα σπίτια της Πελοποννήσου με προθάλαμο στην είσοδο. Το πρώτο δωμάτιο είναι η γωνιά (παλιότερα ο πιο κοινός χώρος διαμονής), το δεύτερο ο οντάς (χώρος των προσκεκλημένων) και στην μέση βρίσκεται ένα μικρό δωμάτιο που συνήθως χρησίμευε ως αποθήκη. Στα σπίτια με κάτοψη Γ η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται αφού αποτελούνται απο δύο Ι. Βέβαια σε σπίτια των τέλων του 19ου αιώνα και ύστερα συναντιούνται πιο προχωρημένα σχήματα.

Παρόμοια αρχιτεκτονική σε πλούτο και διαρρύθμιση μπορούμε να βρούμε στους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής Γεράκι Λακωνίας και Βλαχοκερασιά.


1. Τα χειμαδιά του Πραστού καταλάμβαναν περίπου όλη την παραθαλάσσια περιοχή της Τσακωνίας. Τα χωριά ήταν: ο Άγιος Ανδρέας, ο Τυρός, τα Μέλανα και το Λεωνίδιο.

2. Ιατρού στο επάγγελμα με σπουδές στην Αθήνα και στο Παρίσι. Γεννήθηκε το 1902 και πέθανε το

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *